σεληνίτης

ο, ΝΑ, θηλ. σεληνῑτις, Α
νεοελλ.
(ορυκτ.) ένυδρο θειικό ορυκτό τού ασβεστίου, το οποίο αποτελεί πολύ καθαρή ποικιλία γύψου
αρχ.
1. ως κύριο όν. ὁ Σεληνίτης και ἡ Σελινῑτις
α) ο Σεληναίος, φανταστικός κάτοικος τής σελήνης («... οἱ Ήλιῶται καὶ οἱ σύμμαχοι πρὸς τοὺς Σεληνίτας», Λουκιαν.)
β) στον πληθ. οἱ Σεληνῑται
λαός τής Αρκαδίας
2) φρ. «σεληνίτης λίθος» — η θειική άσβεστος, που ονομάστηκε έτσι επειδή πιστευόταν ότι η μάζα της ελαττώνεται ή μεγεθύνεται ανάλογα με τις φάσεις τής Σελήνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + επίθημα -ίτης (πρβλ. ποταμ-ίτης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνίτης — moon masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνιτῶν — σεληνίτης moon masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνίταις — σεληνίτης moon masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνίτην — σεληνίτης moon masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνίτας — σεληνίτᾱς , σεληνίτης moon masc acc pl σεληνίτᾱς , σεληνίτης moon masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Selenitas — En este artículo sobre cultura se detectaron los siguientes problemas: Necesita ser wikificado conforme a las convenciones de estilo de Wikipedia. Carece de fuentes o referencias que aparezcan en una fuente acreditada. Por …   Wikipedia Español

  • selenita — (Del gr. selenites.) ► sustantivo masculino femenino 1 Hipotético habitante de la Luna. ► sustantivo femenino 2 MINERALOGÍA Mineral con forma de agregados fibrosos, variedad del yeso. * * * selenita (del gr. «selēnítēs») 1 f. Habitante imaginario …   Enciclopedia Universal

  • SELENITES — Graece Σεληνιτης, gemmae species, de qua sic Plin. l. 37. c. 10. Selenites ex candido trans lucet melleô fulgore, imaginem Lunae continens, redditque eam in dies singulos crescentis minuentisque numero, nacique putatur in Arahia. Nempe σελήνη… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • TALCHUM — Arabibus talck, Avicenae est aster Samius Veterum, aliis alumen Scaiolae, at Graecis omnibus recentioribus, praecipue Χημευτικοῖς, Veterum ἀφροτέληνον, qui aliô nomine Σεληνίτης λίθος, lapis inanis et levis, quod per lunae augmenta plenior ac… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • υδροσεληνίτης — ὁ, ΜΑ είδος τού πολύτιμου λίθου σεληνίτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο) * + σεληνίτης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.